Στη 19η αγωνιστική της Basket League ΣΚΡΑΤΣ ο Κολοσσός Η Hotels (8-11) νίκησε στη Ρόδο τον ΠΑΟΚ (8-11) με 74-56 και ο Βασίλης Σκουντής φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός παίκτη που του αρέσει να του βάζει τις φωνές ο προπονητής του!

 

Και να ήθελε (που δεν το θέλει) να ξεφύγει από τα νησιά, φαίνεται πως είναι καταδικασμένος να εισπνέει τη θαλασσινή αύρα με όλα τα συμπαρομαρτούντα της!

 

Βεβαίως ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά έλκει την καταγωγή του από την Κύθνο, που είναι η γενέτειρα των γονέων του και ο δικός του συνηθισμένος προορισμός για να περάσει κάποιες μέρες διακοπών, οπότε η Ρόδος του κάθισε μια χαρά!

 

 

Δυο χρόνια τώρα που βρίσκεται εκεί, όχι πια στις Δυτικές Κυκλάδες, αλλά στα Δωδεκάνησα, σε ένα πολύ πιο τουριστικό και κοσμοπολίτικο περιβάλλον, ο 23άχρονος γκαρντ εισπνέει τη θαλασσινή αύρα και δεν ξέρω εάν στη Ρόδο βρήκε άλλη προστάτιδα, σίγουρα πάντως νιώθει ότι βρίσκεται πάντοτε υπό τη σκέπη της (χιλιοτραγουδισμένης κιόλας) Παναγιάς της Κανάλας!

 

Γιαννούλης Λαρεντζάκης λοιπόν. Γιαννούλης, όπως βαφτίστηκε (και γιορτάζει του Αϊ Γιαννιού) και Λαρεντζάκης, χωρίς ωστόσο να έχει συγγενική σχέση με τον παλαίμαχο διεθνή μπασκετμπολίστα του Αετού Θεσσαλονίκης και της ΑΕΚ, Κυπελλούχο Ευρώπης το 1968, έξι φορές πρωταθλητή Ελλάδος και πρώην ομοσπονδιακό προπονητή, Αίαντα Λαρεντζάκη.

 

«Παλιά που με ρωτούσαν συνεχώς εάν είμαστε συγγενείς, για να τους κάνω πλάκα έλεγα ότι είναι ο παππούς μου» αποκαλύπτει ο γκαρντ του Κολοσσού, ο οποίος εντυπωσιάζει στην εφετινή σεζόν και περισσότερο από εκείνους που πιστεύουν στο ταλέντο και στις προοπτικές του, δικαιώνει πανηγυρικά τον εαυτό του...

 

 

Ο γεννημένος στις 22 Σεπτεμβρίου του 1993 Γιαννούλης μυήθηκε στο μπάσκετ στις ακαδημίες του Αιγάλεω, όπου τον “ανακάλυψε” και τον ... τσίμπησε ο Ικαρος Καλλθέας, με τον οποίο αναδείχθηκε, ντεμπουτάρησε στη Basket League, χρίσθηκε διεθνής με όλες τις μικρές εθνικές ομάδες και εκτοξεύθηκε...

 

Εκτοξεύθηκε στην κυριολεξία, διότι μετά από τη δεύτερη σεζόν του στην Basket League μεταγράφηκε στον Αρη, με τον οποίο υπέγραψε τριετές συμβόλαιο, αλλά δεν ήταν γραφτό του να μακροημερεύσει! Στο τέλος της περιόδου 2013-14 έχοντας αγωνισθεί σε 14 ματς (με μέσο όρο 2.8 πόντους σε εξήμισι λεπτά), οι «κίτρινοι» τον έστειλαν ως δανεικό στη Ρόδο: μια μετάθεση που ενώ τότε μπορεί να φάνηκε δυσμενής , στη συνέχεια αποδείχθηκε ευμενέστατη και πολύ ευεργετική!

 

«Ναι ομολογώ ότι η υπόθεση του Αρη με πείσμωσε και μου έδωσε ένα παραπάνω κίνητρο για να παίξω όσο καλύτερα μπορώ στον Κολοσσό και ν' αποδείξω ότι αξίζω να βρίσκομαι σε αυτό το επίπεδο. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και αυτά τα δυο χρόνια στη Ρόδο νιώθω την απόλαυση του παιχνιδιού» καταφάσκει ο Λαρεντζάκης.

 

 

Εκτός από την απόλαυση του παιχνιδιού, ο Γιαννούλης νιώθει και τη δική του απογείωση: μετά τα 6.5 λεπτά και τους 2.8 πόντους με τον Αρη, είδε τα νούμερα του να μεγαλώνουν πέρυσι και να γιγαντώνονται εφέτος!

 

Τη σεζόν 2014-15 ο ύψους 1μ.96 γκαρντ σε 14 λεπτά συμμετοχής είχε μέσο όρο 6.7 πόντους, 2.4 ριμπάουντ, 1.2 ασίστ, μισό κλέψιμο, 5.2 βαθμούς στο ranking και ποσοστά ευστοχίας 51.8% στα δίποντα, 255 στα τρίποντα και 68.8% στις ελεύθερες βολές.

 

Στην εφετινή περίοδο (1015-16) και στους 19 μέχρι στιγμής αγώνες, ο Λαρεντζάκης έχει να επιδείξει 24 λεπτά συμμετοχής, 12.2 πόντους, 4.4 ριμπάουντ, 3.1 ασίστ, 1.4 κλεψίματα, 12.0 στο ranking και ποσοστά ευστοχίας 46.3% στα δίποντα, 31.1% στα τρίποντα και 75% στις ελεύθερες βολές.

 

 

Το πόσο περισσότερες ευθύνες έχει αναλάβει πλέον τεκμαίρεται και από τις τελικές προσπάθειες του: πέρυσι σε 25 ματς έκανε 135 σουτ (δυο και τριών πόντων), ενώ στα πρώτα 19 ματς της εφετινής σεζόν έχει «μπουμπουνίσει» κιόλας 185!

 

Προς επίρρωσιν της θεαματικής εξέλιξης του λειτουργούν και κάποια άλλα στατιστικά στοιχεία: σε 13 ματς σκόραρε διψήφιο νούμερο πόντων,τρεις φορές ξεπέρασε το φράγμα των είκοσι (20 με τον Απόλλωνα Πατρών, 24 με την ΑΕΚ και 25 με το Ρέθυμνο), σε δυο αγώνες μοίρασε από έξι ασίστ, ενώ κάνει θραύση στα ριμπάουντ. Πράγματι είναι ένας από τους κορυφαίους γκαρντ σε αυτόν τον τομέα, καθώς σε δυο ματς «κατέβασε» εννέα, σε ένα οκτώ και και σε άλλα δυο από επτά.

 

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα τόσο θεαματική βελτίωση στα στατιστικά μου, αλλά τίποτε δεν είναι τυχαίο» σχολιάζει ο Γιαννούλης. «Πέρα από τη δική μου επίμονη προσπάθεια, η πρόοδος ότι θα πρέπει να πιστωθεί και στην εμπιστοσύνη που μου δείχνουν ο προπονητής και οι συμπαίκτες μου. Ο ηγετικός ρόλος δεν μου χαρίστηκε αριστίνδην, ούτε... κατέθεσα υποψηφιότητα για να τον αναλάβω. Προέκυψε μέσα από τα ματς, στην εξέλιξη του πρωταθλήματος και με την αποδοχή των συμπαικτών μου και με την... ανοχή του κόουτς»!

 

Oops, εδώ ήρθαμε, όπως λένε και στο σινεμά, διότι η σχέση του Λαρεντζάκη με τον Αρη Λυκογιάννη δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε συνηθισμένη. Διανύοντας την τρίτη σεζόν της συνεργασίας τους που εγκαινιάσθηκε στον Ικαρο, ο Γιαννούλης αποδεικνύει ότι σε έναν βαθμό είναι ... μαζοχιστής! «Ολοι ξέρουν ότι ο κόουτς είναι σκληρός και φωνακλάς, αλλά ενώ άλλοι ενοχλούνται, δυστροπούν και αντιδρούν, εμένα μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Θέλω το... κράξιμο για να κάνω αυτά που πρέπει και εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι εάν κάποιος σε βρίζει, σημαίνει ότι πιστεύει σε εσένα και θέλει το καλό σου, αλλιώς δεν θα έδινε καμιά σημασία στο λάθος σου. Σε κάθε περίπτωση, κάθε φορά που βγαίνω στο γήπεδο, αισθάνομαι ότι παίζω και για τον προπονητή μου» τονίζει ο γκαρντ του Κολοσσού, που έχει αποκτήσει έναν ξεχωριστό κώδικα επικοινωνίας με τον Λυκογιάννη, «άλλωστε το καλοκαίρι έφτανε ένα τηλεφώνημα του για να μείνω εδώ».

 


Με οκτώ νίκες στο δισάκι του ο Κολοσσός κοιτάζει μπροστά και κυρίως κοιτάζει μακριά από τη Ρόδο. «Αυτό είναι το ζητούμενο μας» σχολιάζει ο Γιαννούλης. «Πρέπει να γίνουμε πιο σκληροί και ανταγωνιστικοί στους εκτός έδρας αγώνες, να πολεμάμε επί σαράντα λεπτά και να μην παραδιδόμαστε . Παρ' όλα αυτά οι οκτώ νίκες και το γεγονός ότι έχουμε με το μέρος μας τις πιθανές ισοβαθμίες δεν είναι ευκαταφρόνητος απολογισμός»...

 

Πώς σκιαγραφεί τον εαυτό του ο Λαρεντζάκης; Ιδού: «Νομίζω ότι η μεγαλύτερη αρετή που έχω είναι το θράσος! Πολλές φορές συλλαμβάνω τον εαυτό μου να μην το πολυσκέπτεται πριν από ένα σουτ και γι' αυτό παίρνω πολλές τολμηρές προσπάθειες. Στον αντίποδα θα ήθελα να βελτιώσω την αμυντική επίδοση και την αθλητικότητα μου».

 

 

Ο διεθνής γκαρντ είναι ένα παιδί της εποχής του, που «μεγάλωσα με τον Διαμαντίδη και με τον Σπανούλη, αλλά ενώ από μικρός είχα ίνδαλμα τον Δημήτρη, το στιλ μου ταιριάζει περισσότερο με αυτό του Βασίλη».

 

Οσο για τους πόθους , τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του, είναι προσγειωμένος και δεν αεροβατεί, ούτε «τρελαίνεται» με το ΝΒΑ: «Σε συλλογικό επίπεδο, θέλω να παίξω σε ένα Φάιναλ Φορ της Ευρωλίγκας και να κατακτήσω τον τίτλο. Παράλληλα με ιντριγκάρει πολύ να παίξω κάποια στιγμή στην Εθνική ανδρών και ελπίζω να το καταφέρω με τον καθημερινό μόχθο, το πείσμα και τη διάρκεια στην απόδοση μου»...